εορτολόγιο

From LSJ
Revision as of 08:50, 23 August 2021 by Spiros (talk | contribs) (Text replacement - "<b>πρβλ.</b>" to "πρβλ.")

κατὰ τὸν αὑτοῦ δαίμονα βιοῦν → live under the direction of his own guiding spirit

Source

Greek Monolingual

το (Μ ἑορτολόγιον)
λειτουργικό βιβλίο που περιέχει τον κατάλογο τών εορτών της εκκλησίας.
[ΕΤΥΜΟΛ. < εορτή + -λόγιον (πρβλ. δειγματο-λόγιον, υβρεο-λόγιον)].