φρυγανίζω
From LSJ
Δημήτριος Γλαύκου προφητεύων ἀνέθηκε τοὺς λαμπαδηφόρους ... καὶ περιραντήρια ... → Demetrius son of Glaukos, being prophet, dedicated torch-bearers ... and lustral basins ...
English (LSJ)
A gather firewood, Poll.7.142.
Greek Monolingual
ΝΜΑ, και φρυγανιάζω Ν φρύγανον
νεοελλ.
1. ψήνω φέτες ψωμί, κάνω φρυγανιές
2. (ως αμτβ. στον τ. φρυγανιάζω) ξηραίνομαι
μσν.-αρχ.
μαζεύω φρύγανα για καύση.