ὀλόλυγμα

From LSJ
Revision as of 17:42, 2 October 2022 by Spiros (talk | contribs) (Text replacement - "(?s)({{ls\n\|lstext.*}}\n)({{bailly.*}}\n)" to "$2$1")

Ἰσχυρότερον δέ γ' οὐδέν ἐστι τοῦ λόγου → Oratione nulla vis superior → Nichts ist gewiss gewaltiger als die Vernunft | Nichts ist gewiss gewalt'ger als der Rede Kraft

Menander, Monostichoi, 258
Click links below for lookup in third sources:
Full diacritics: ὀλόλῡγμα Medium diacritics: ὀλόλυγμα Low diacritics: ολόλυγμα Capitals: ΟΛΟΛΥΓΜΑ
Transliteration A: olólygma Transliteration B: ololygma Transliteration C: ololygma Beta Code: o)lo/lugma

English (LSJ)

ατος, τό, loud cry, mostly of joy, E.Heracl.782 (lyr.); Κυβέλης in honour of C., AP6.173 (Rhian.).

German (Pape)

[Seite 325] τό, lautes Geschrei, im plur., Eur. Heracl. 782.

French (Bailly abrégé)

ατος (τό) :
c. ὀλολυγή.

Greek (Liddell-Scott)

ὀλόλυγμα: τό, ἰσχυρὰ κραυγή, τὸ πλεῖστον χαρᾶς, Εὐρ. Ἡρακλ. 782· Κυβέλης, εἰς τιμὴν τῆς Κυβ., Ἀνθ. Π. 6. 173· πρβλ. ὀλολυγή.

Greek Monolingual

ὀλόλυγμα, τὸ (Α) ολολύζω
δυνατή κραυγή, ιδίως χαράς.

Greek Monotonic

ὀλόλυγμα: τό (ὀλολύζω), δυνατή φωνή, κραυγή, κυρίως από χαρά, σε Ευρ.

Russian (Dvoretsky)

ὀλόλυγμα: ατος τό Eur., Anth. = ὀλολυγή.

Middle Liddell

ὀλόλυγμα, ατος, τό, ὀλολύζω
a loud cry, mostly of joy, Eur.