παρακαθέζομαι

From LSJ
Revision as of 21:10, 2 October 2019 by Spiros (talk | contribs) (c2)

νίψον ἀνομήματα, μὴ μόναν ὄψιν → wash the sins, not only the face | wash my transgressions, not only my face

Source

German (Pape)

[Seite 480] (s. ἕζομαι), sich daneben oder dabei niedersetzen, daneben oder dabei niedersitzen, τινί, Plat. Charmid. 153 e; Ar. Plut. 727; Xen. Mem. 4, 2, 8; Sp., auch παρακαθεσθείς.

Greek (Liddell-Scott)

παρακαθέζομαι: ἀποθ., καθέζομαι πλησίον, Πλουτ. Ἀρτοξ. 26· ὅρα καθέζομαι.

French (Bailly abrégé)

s’asseoir ou se tenir assis à côté de, auprès de, τινι.
Étymologie: παρά, καθέζομαι.

Greek Monolingual

Α
κάθομαι δίπλα σε κάποιον («παρακαθεζόμενος οὖν ἠσπαζόμην τον τε Κριτίαν», Πλάτ.).

Russian (Dvoretsky)

παρακαθέζομαι: садиться или сидеть рядом (τινι Plat., Arph., Xen., Plut.).

Dutch (Woordenboekgrieks.nl)

παρακαθέζομαι zie παρακαθίζω.

Chinese

原文音譯:parakaq⋯zw 爬拉-卡特-衣索

詞類次數:動詞(1)

原文字根:在旁-向下-安頓妥

字義溯源:靠近坐,坐,坐⋯旁;由(παρά)*=旁,出於)與(καθίζω)=坐下)組成;其中 (καθίζω)出自(καθέζομαι)=就座),而 (καθέζομαι)又由(κατά / καθεῖς / καθημέραν / κατακύπτω)*=下,按照)與(ἑδραῖος)=坐定的)組成, (ἑδραῖος)出自(Ἑζεκίας)X*=坐)

出現次數:總共(1);路(1)

譯字彙編

1) 坐⋯旁(1) 路10:39