ροδινοπορφυρούς
From LSJ
ἀλεξίκακε τρισέληνε, μηδέποθ' ἡττηθείς, σήμερον ἐξετάθης → averter of woes, offspring of three nights, thou, who never didst suffer defeat, art to-day laid low
-οῦν
, Α
ρόδινος και πορφυρός, ροδοκόκκινος («καμίσιον ροδινοπορφυροῦν», πάπ.).
[ΕΤΥΜΟΛ. < ῥόδινος + πορφυροῦς.