κνηστίς

Revision as of 13:49, 29 November 2022 by Spiros (talk | contribs) (Text replacement - "(*UTF)(*UCP)(elnltext.*?\]) ([a-zA-Z' ]+)(\.)\n" to "$1 $2$3 ")

English (LSJ)

ίδος, ἡ, hollow hair-pin, Plu.Ant.86.

German (Pape)

[Seite 1460] ίδος, ἡ, κοίλη, bei Plut. Anton. 86 eine Art Frisir- oder Haarnadel, calamistrum; D. Cass. 51, 14, in derselben Erzählung, steht βελόνη dafür.

French (Bailly abrégé)

ίδος (ἡ) :
aiguille à coiffer.
Étymologie: κνάω.

Dutch (Woordenboekgrieks.nl)

κνηστίς, -ίδος, ἡ [κνάω] haarspeld.

Russian (Dvoretsky)

κνηστίς: ίδος ἡ головная шпилька Plut.

Greek (Liddell-Scott)

κνηστίς: -ίδος, ἡ, παρὰ Πλουτ. ἐν Ἀντων. 86, φαίνεται ὅτι ἦτο περόνη τις, δι’ ἧς ἡ Κλεοπάτρα συνεκράτη τὴν κόμην αὑτῆς οὖσα ἔνδοθεν κοίλη πρὸς ἀπόκρυψιν δηλητηρίου· καλουμένη βελόνη παρὰ τῷ Ξιφιλίν. σ. 56.

Greek Monolingual

κνηστίς, -ίδος, ἡ (Α) κνω
διακοσμητική καρφίτσα τών μαλλιών.