Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

καρφίτσα

Ἓν οἶδα, ὅτι οὐδὲν οἶδα –> I know only one thing, that I know nothing | all I know is that I know nothing.
Diogenes Laertius, Lives of the Philosophers, Book 2 sec. 32.

Greek Monolingual

η
1. μικρή μεταλλική βελόνα που έχει αιχμηρό το ένα άκρο ενώ στο άλλο σχηματίζει κεφαλή και χρησιμοποιείται για πρόχειρη ένωση διαφόρων αντικειμένων, συνήθως κομματιών υφάσματος
2. γυναικείο κόσμημα που προσαρμόζεται στο ένδυμα.
[ΕΤΥΜΟΛ. < καρφί + υποκορ. κατάλ. -ίτσα].