Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

καρφίτσα

Σκιᾶς ὄναρ ἄνθρωπος -> Man is a dream of a shadow
Pindar, Pythian 8.95f.

Greek Monolingual

η
1. μικρή μεταλλική βελόνα που έχει αιχμηρό το ένα άκρο ενώ στο άλλο σχηματίζει κεφαλή και χρησιμοποιείται για πρόχειρη ένωση διαφόρων αντικειμένων, συνήθως κομματιών υφάσματος
2. γυναικείο κόσμημα που προσαρμόζεται στο ένδυμα.
[ΕΤΥΜΟΛ. < καρφί + υποκορ. κατάλ. -ίτσα].