ἐγγυητής τοῦ ἀργυρίου ἀξιόχρεως → trustworthy guarantor for the money
Full diacritics: συνοίσω | Medium diacritics: συνοίσω | Low diacritics: συνοίσω | Capitals: ΣΥΝΟΙΣΩ |
Transliteration A: synoísō | Transliteration B: synoisō | Transliteration C: synoiso | Beta Code: sunoi/sw |
συνοίσω: μέλλ. τοῦ συμφέρω.
fut. de συμφέρω.
συνοίσω: μέλ. του συμφέρω.
συνοίσω: fut. к συμφέρω.
συνοίσω fut. bij συμφέρω.