πανάθεσμος
From LSJ
ὦ πολλῶν ἤδη λοπάδων τοὺς ἄμβωνας περιλείξας → you who have licked the labia of many vaginas (Eupolis fr. 52)
English (LSJ)
ον, = foreg., Opp. C.2.438, 3.224.
German (Pape)
[Seite 456] ganz gesetzlos, ganz ungerecht; Opp. Cyn. 2, 438. 3, 224; Maneth. 6, 158.
Greek (Liddell-Scott)
πᾰνάθεσμος: -ον, ὅλως ἄνομος, Ὀππ. Κ. 2.438., 3.224· ὡσαύτως πᾰνᾰθέσμιος, Μανέθων 4.56· - Ἐπίρρ. -σμως, ὅλως ἀθέσμως, Νικήτ. Χων. σ. 378, 19, ἔκδ. Β.