ἀφαμαρτάνω

Revision as of 20:25, 9 January 2019 by Spiros (talk | contribs) (1a)

English (LSJ)

aor. part.

   A ἀφαμαρτήσαντος Orph.A.643; Ep. aor. ἀπήμβροτεν Il.15.521, 16.466,477, Pancrat.Oxy.1085.7:—miss one's mark, c. gen., καὶ τοῦ μέν ῥ' ἀφάμαρτεν Il.8.119, etc.; θηρός Pancrat. l.c.: also in Prose, X.HG6.1.15, D.14.13.    II lose, be deprived of what one has, σεῦ ἀφαμαρτούσῃ Il.6.411; φίλου ἀπὸ πατρὸς ἁμαρτών 22.505.

German (Pape)

[Seite 406] (s. ἁμαρτάνω), abirren, verfehlen, mit dem Geschoß nicht treffen, τινός Hom., aor., auch in der Form ἀπήμβροτεν, Il. 15, 521; 8, 119 u. öfter; in Prosa, seinen Zweck nicht erreichen, Xen. Hell. 6, 1, 15; Dem. 14, 13 u. bei Sp., z. B. θηρός Gaetul. 4 (VI, 331); verlieren, was man besessen hat, Il. 6, 411; vgl. 22, 505.

Greek (Liddell-Scott)

ἀφᾰμαρτάνω: μέλλ. -αμαρτήσομαι· Ἐπ. ἀόρ. ἀπήμβροτεν Ἰλ. Ο. 521, Π. 466, 467· ἀποτυγχάνω τοῦ σκοποῦ, μετὰ γεν. καί τοῦ μέν ῥ’ ἀφάμαρτεν Ἰλ. Θ. 119, κτλ.· ὡσαύτως παρὰ πεζοῖς, Ἀντιφῶν 121. 39, Ξεν. Ἑλλ. 6. 1, 15. ΙΙ. ἀποστεροῦμαί τινος, σεῦ ἀφαμαρτούσῃ Ἰλ. Ζ. 411, πρβλ. Χ. 505.

French (Bailly abrégé)

ao.2 ἀφήμαρτον;
1 manquer le but ; avec un gén. : ne pas atteindre, manquer (qqn ou qch);
2 être privé de, perdre, gén..
Étymologie: ἀπό, ἁμαρτάνω.

English (Autenrieth)

only aor. 2 ἀφάμαρτε and ἀπήμβροτε: miss (fail to hit), lose; καὶ βάλεν, οὐδ' ἀφάμαρτε, Il. 11.350; ἐμοἰ δέ κε κέρδιον εἴη | σεῦ ἀφαμαρτούσῃ χθόνα δύμεναι, ‘bereft’ of thee, Il. 6.411.

Spanish (DGE)

(ἀφᾰμαρτάνω)
• Morfología: [aor. ép. 3a sg. ἀπήμβροτεν Il.15.521, 16.466, Pancrat.2.7]
1 no alcanzar, no acertar c. gen. καὶ τοῦ μέν ῥ' ἀφάμαρτεν y entonces no lo alcanzó Diomedes a Héctor Il.8.119, ἡ τέχνη διὰ τὸ ξύμπτωμα τῆς τύχης τῆς κατορθώσιος ἀφήμαρτε Hp.Ep.16, πᾶς ... ὁ ἁμαρτάνων ἀφαμαρτάνει τοῦ προκειμένου todo el que yerra no alcanza su propósito M.Ant.9.42, ἑκὼν γὰρ ἀπήμβροτε σίντου pues aunque quería no alcanzó a la bestia Pancrat.l.c., θεαίνης ἱμείρων ἀφάμαρτε Nonn.D.42.251, tb. c. prep. ἀπὸ σκοποῦ δ' ἀφάμαρτον epigr. en Arat.Comm.p.79.10
abs. fallar el objetivo, errar, fracasar οὐδ' ἀφάμαρτε Il.11.350, οὐ μάλα ἀφαμαρτάνει y nunca suele fracasar en su objetivo X.HG 6.1.15, τὸ δεῖσθαι κἂν μὴ τύχητ' ἀφαμαρτεῖν D.14.13.
2 c. gen. de pers. perder, quedar privado de σεῦ ἀφαμαρτούσῃ Andrómaca de Héctor Il.6.411, φίλου ἀπὸ πατρὸς ἁμαρτών Astianacte Il.22.505.

Greek Monolingual

ἀφαμαρτάνω (Α)
1. αποτυγχάνω στη βολή
2. αποτυγχάνω στον σκοπό μου
3. χάνω κάτι, στερούμαι από κάτι.
[ΕΤΥΜΟΛ. < αφ- (< απο-) + αμαρτάνω].

Greek Monotonic

ἀφᾰμαρτάνω: μέλ. -αμαρτήσομαι, αόρ. βʹ -ήμαρτον, Επικ. -ήμβροτον·
I. αποτυγχάνω στον σκοπό μου, με γεν., σε Ομήρ. Ιλ., Ξεν.
II. αποστερούμαι ό,τι έχω, σε Ομήρ. Ιλ.

Russian (Dvoretsky)

ἀφᾰμαρτάνω: (эп. 3 л. sing. aor. 2 ἀφάμαρτεν и ἀπήμβροτεν)
1) не попадать, давать промах (Hom., Batr.; τινός Hom., Anth.);
2) терпеть неудачу Xen., Dem.;
3) лишаться (τινός Hom.).

Middle Liddell


I. to miss one's mark, c. gen., Il., Xen.
II. to be deprived of what one has, Il.