ἀγένεια

Revision as of 07:48, 27 March 2024 by Spiros (talk | contribs) (Text replacement - "D.S." to "D.S.")
(diff) ← Older revision | Latest revision (diff) | Newer revision → (diff)

English (LSJ)

ἡ, (ἀγενής) low birth, Arist.Pol.1317b40.

Spanish (DGE)

-ας, ἡ
• Alolema(s): ἀγέννεια Phld.Vit.4B.
1 bajo linaje, bajeza ἀ. πενία βαναυσία Arist.Pol.1317b40, cf. VV 1251b16, Phld.l.c.
2 pobreza τῆς ἐμῆς ἀγραυλίας καὶ ἀγένειας οἰκεῖος D.S.33.7.

German (Pape)

[Seite 12] ἡ (ἀγενής), niedrige Herkunft, Gegensatz γένος, Arist. Pol. 6, 1; Luc. Prom. 9; übtr. unedle Gesinnung, Arist. virt. et vit.; ψυχῆς καὶ μαλακία Plut. cons. ad Apoll. p. 344. Einige schreiben ἀγέννεια.

Greek (Liddell-Scott)

ἀγένεια: ἡ, (ἀγενὴς) ταπεινὴ καταγωγή, ἀντίθ. τῷ γένος. Ἐπειδή ὀλιγαρχία καὶ γένει καὶ πλούτῳ καὶ παιδείᾳ ὁρίζεται, τὰ δημοτικά δοκεῖ τἀναντία τούτων εἶναι, ἀγένεια, πενία, βαναυσία, Ἀριστοτ. Πολ. 6. Αϳ. 9· πρβλ. ἀγέννεια.

Russian (Dvoretsky)

ἀγένεια: v.l. ἀγέννεια
1 низкое, незнатное происхождение Arst., Luc.;
2 низость, подлость (φυχῆς Arst., Plut.).