Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

μαλακία

Ἢ τὰν ἢ ἐπὶ τᾶς -> Either with this or on this | Come back victorious or dead
Plutarch, Moralia 241
Full diacritics: μᾰλᾰκία Medium diacritics: μαλακία Low diacritics: μαλακία Capitals: ΜΑΛΑΚΙΑ
Transliteration A: malakía Transliteration B: malakia Transliteration C: malakia Beta Code: malaki/a

English (LSJ)

Ion. μαλακίη, ἡ, (μαλακός)

   A softness, Hp.Aër. 20: hence, of persons, moral weakness, opp. καρτερία, Arist.EN1150a31, cf. Hdt.6.11, Th.1.122, Lys.10.11, X.Smp.8.8, D.11.22, etc.; τῇ σαυτοῦ ζυγομάχει μ. Men.201.5.    2 = κιναιδεία, Ph.2.306, Plu.CG4, D.C.58.4.    3 weakliness, sickness, LXX Ge.42.4, Ev.Matt.4.23, Ps.-Hdt.Vit.Hom.36, POxy.1151.27 (v A. D.); μαλακία σώματος, opp. ψυχῆς, Phld.Mus.p.30 K.    II calmness of the sea, malacia ac tranquillitas, Caes.BG3.15.3.

Greek (Liddell-Scott)

μᾰλᾰκία: Ἰων. -ίη, ἡ (μαλακὸς) μαλακότης, καὶ ἐπὶ ἀνθρώπων, λεπτότης, ἐκθήλυνσις, Λατ. mollities, Ἡρόδ. 6. 11, Ἱππ. π. Ἀέρ. 292, Θουκ. 1. 122, Λυσ. 117. 10, κτλ.· τῇ σαυτοῦ ζυγομάχει μ. Μένανδ. ἐν «Ἡνιόχῳ» 1. 5. α) = κιναιδεία, Φίλων ΙΙ, 306, 22, Ὠριγέν. IV, 620C, κλ. β) = τῷ ἀναφλᾶν, μαλάσσειν τὸ αἰδοῖον, κοινῶς «μαλακία», Μακάρ. 448Α, κλ. 2) ἐν Ἀριστ. Ἠθ. Ν. 7. 7, 4, ἀντίθ. τῷ καρτερία, ἔλλειψις ὑπομονῆς, ἀσθένεια, ἀδυναμία· - ἐν τῷ πληθ. παράγων ἄνδρα θεραπείαις καὶ μαλακίαις Ἰσαῖ. 73. 8. 3) ἀσθένεια, ἀδναμία, τὸ ἐπίνοσον, Βίος Ὁμήρου 36. - Καθ’ Ἡσύχ.: μαλακία· νόσος. βλακία. ΙΙ. γαλήνη τῆς θαλάσσης, malacia παρὰ Caesar. B. G. 3. 15.

French (Bailly abrégé)

ας (ἡ) :
I. mollesse, faiblesse de constitution;
II. au mor.
1 mollesse, manque d’énergie;
2 facilité d’humeur ou douceur excessive.
Étymologie: μαλακός.

English (Strong)

from μαλακός; softness, i.e. enervation (debility): disease.

English (Thayer)

μαλακίας, ἡ (μαλακός);
1. properly, softness (from Herodotus down).
2. in the N. T. (like ἀσθένεια, ἀρρωστία) infirmity, debility, bodily weakness, sickness (the Sept. for חלִי, disease, νόσος, Matthew 10:1.

Greek Monolingual

η (AM μαλακία, Α ιων. τ. μαλακίη) μαλακός
αυνανισμός
νεοελλ.
ανόητη πράξη ή βλακώδης λόγος, βλακεία
μσν.-αρχ.
σωματική ή ψυχική εξασθένηση, αδυναμία, ασθένεια («θεραπεύων πᾱσαν νόσον καὶ πᾱσαν μαλακίαν ἐν τῷ λαῷ», ΚΔ)
αρχ.
1. μαλακότητα, η ιδιότητα του μαλακού
2. το να αποφεύγει κάποιος τους κόπους ή το να μην μπορεί να υπομείνει τις δυσχέρειες, μαλθακότητα («φιλοκαλούμέν τε γὰρ μετ' εὐτέλειας καὶ φιλοσοφοῡμεν ἄνευ μαλακίας», Θουκ.)
3. κιναιδεία
4. αταραξία της θάλασσας, γαλήνη.

Greek Monotonic

μᾰλᾰκία: Ιων. -ίη, ἡ (μαλακός
I. 1. απαλότητα, μαλακή αίσθηση, μαλθακότητα (εκθυλησμός), σε Ηρόδ., Θουκ.
2. έλλειψη υπομονής, αδυναμία, σε Αριστ.
II. η ηρεμία της θάλασσας, νηνεμία, σε Καίσ.

Russian (Dvoretsky)

μᾰλᾰκία: ион. [[μαλακίη |μᾰλᾰκίη]] ἡ
1) изнеженность, расслабленность, безволие (Μήδων Xen.; ψυχῆς Plat.);
2) мягкость (μ. καὶ ἡμερότης Plat.);
3) слабость, недуг (πᾶσα νόσος καὶ πᾶσα μ. NT).

Middle Liddell

μᾰλᾰκία, ἡ, μαλακός
I. softness, delicacy, effeminacy, Hdt., Thuc.
2. want of patience, weakness, Arist.
II. calmness of the sea, Caesar.

Chinese

原文音譯:malak⋯a 馬拉企阿
詞類次數:名詞(3)
原文字根:柔軟 相當於: (חֳלִי‎) (מַדְוֶה‎) (מַחֲלֶה‎ / מַחֲלָה‎)
字義溯源:軟弱,柔軟,疾病,病症,雜症,虛弱;源自(μαλακός)*=柔軟的)。參讀 (ἀσθένεια)同義字
出現次數:總共(3);太(3)
譯字彙編
1) 雜症(3) 太4:23; 太9:35; 太10:1