ἐξυπνίζω

English (LSJ)

(ὕπνος) awaken from sleep, οἱ κόρεις εὐχρήστως -ίζουσιν ἡμᾶς Chrysipp.Stoic.2.334, cf. Ev.Jo.11.11:—Pass., wake up, LXX Jd.16.14, Plu.Ant.30, M.Ant.6.31. (Condemned by Phryn.200, etc., dub. in Com.Adesp.43.)

German (Pape)

[Seite 890] aus dem Schlafe aufwecken, Plut. Anton. 30 u. a. Sp., von den Atticisten verworfen. S. Lob. Phryn. 224.

French (Bailly abrégé)

réveiller ; Pass. s'éveiller.
Étymologie: ἐξ, ὕπνος.

Russian (Dvoretsky)

ἐξυπνίζω: будить, пробуждать (τινά NT); pass. просыпаться Plut.

Greek (Liddell-Scott)

ἐξυπνίζω: (ὕπνος), ἐγείρω ἐκ τοῦ ὕπνου, πορεύσομαι ἵνα ἐξυπνίσω αὐτὸν Εὐαγγ. κ. Ἰωαν. ια΄, 11. καὶ παρὰ τοῖς Ἑβδ.: - Παθ., ἀφυπνίζομαι, ἐξυπνῶ, ὥσπερ ἐξυπνισθεὶς Πλουτ. Ἀντών. 30, Μαρκ. Ἀντωνῖν. 9. 31.

English (Strong)

from ἔξυπνος; to waken: awake out of sleep.

English (Thayer)

1st aorist subjunctive ἐξυπνίσω; (ὕπνος); to wake up, awaken out of sleep: (transitive, αὐτόν), Antoninus 6,31; Plutarch (de solert. anim. 29,4); Test xii. Patr. (Levi § 8; Jud. § 25, etc.); the better Greeks said ἀφυπνίζω, see Lob. ad Phryn., p. 224; (Winer's Grammar, § 2,1d.).)

Greek Monolingual

και ξυπνίζω (AM ἐξυπνίζω) έξυπνος
σηκώνω, εγείρω από τον ύπνο
μσν.
εγείρω εκ του τάφου, ανασταίνω.

Greek Monotonic

ἐξυπνίζω: μέλ. -σω (ὕπνος), σηκώνω κάποιον από τον ύπνο, σε Καινή Διαθήκη — Παθ., αφυπνίζομαι, ξυπνώ, σε Πλούτ.

Middle Liddell

fut. σω ὕπνος
to awaken from sleep, NTest.: —Pass. to wake up, Plut.

Chinese

原文音譯:™xupn⋯zw 誒克士-語普你索
詞類次數:動詞(1)
原文字根:出去-睡(化)
字義溯源:叫醒,喚醒;源自(ἔξυπνος)=醒著的);由(ἐκ / ἐκπερισσῶς / ἐκφωνέω)*=出來)與(ὕπνος)*=睡)組成
出現次數:總共(1);約(1)
譯字彙編
1) 叫醒(1) 約11:11