ἐπιπολαστικός

English (LSJ)

ἐπιπολαστική, ἐπιπολαστικόν,
A apt to rise to the surface, floating on the stomach, of undigested food, Hp. Acut.62, Arist.Pr.873b26.
2. insolent: in Adv. ἐπιπολαστικῶς = violently, χρώμενος τῇ κραυγῇ Plb.4.12.9.

German (Pape)

[Seite 972] ή, όν, obenaufschwimmend, emporkommend, von unverdaulichen Speisen, Arist. probl. 3, 18. 21 u. öfter; Ath. II, 54 a; Medic. – Adv. ἐπιπολαστικῶς, übermäßig, καὶ κατακόρως χρώμενοι τῇ κραυγῇ Pol. 4, 12, 9.

Russian (Dvoretsky)

ἐπιπολαστικός: всплывающий наверх, держащийся на поверхности Arst.

Greek (Liddell-Scott)

ἐπιπολαστικός: -ή, -όν, ὁ ἐπιπολάζων, ὁ ἔχων τὴν ἰδιότητα νὰ ἐπιπολάζῃ, νὰ ἀναβαίνῃ ἐπάνω, κυρίως ἐπὶ ἀπέπτου ἐν τῷ στομάχῳ τροφῆς, Ἱππ. π. Διαίτ. Ὀξ. 394. 44, Ἀριστ. Προβλ. 3. 18, 1. ― Ἐπίρρ. -κῶς, περισσῶς, ἀφθόνως, ἐπιπολαστικῶς καὶ κατακόρως χρώμενοι τῇ κραυγῇ Πολύβ. 4. 12, 9.

Greek Monolingual

-ή, -ό (Α ἐπιπολαστικός, -ή, -όν) επιπολάζω
αυτός που έχει την ιδιότητα να επιπολάζει, να παραμένει στην επιφάνεια ενός υγρού
νεοελλ.
άφθονος
αρχ.
(για τροφές) αυτός που παραμένει άπεπτος, αχώνευστος στο στομάχι και επομένως δημιουργεί τάση για εμετό.
επίρρ...
ἐπιπολαστικῶς
σε μεγάλο βαθμό, πολύ έντονα, δυνατά.