Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

άφθονος

Ἓν οἶδα, ὅτι οὐδὲν οἶδα –> I know only one thing, that I know nothing | all I know is that I know nothing.
Diogenes Laertius, Lives of the Philosophers, Book 2 sec. 32.

Greek Monolingual

-η, -ο (AM ἄφθονος, -ον)
1. αυτός που υπάρχει σε αφθονία, υπερεπαρκής («άφθονο νερό», «άφθονα φρούτα»)
2. ο χωρίς φειδώ, πλουσιοπάροχος («με άφθονα χέρια», Κάλβος
«ἀφθόνῳ χερί», Αισχ.)
αρχ.
1. απαλλαγμένος από φθόνο, μη φθονερος
2. αυτός που δεν προκαλεί τον φθόνο των άλλων.
[ΕΤΥΜΟΛΟΓΙΑ < α- στερ. + φθόνος «ζηλοφθονία, άρνηση, αποποίηοη από φθόνο, δυσμένεια ή παράπονο». Η σημασία της λέξεως ξεκίνησε πιθ. ως «αυτός που δεν τον φθονούν, που δεν τον αρνούνται λόγω φθόνου», άρα «που δεν μειώνεται», απ' όπου κατέληξε στη σημασία «αφειδής, πλουσιοπάροχος»].