οντότητα

From LSJ
Revision as of 12:04, 29 September 2017 by Spiros (talk | contribs) (29)
(diff) ← Older revision | Latest revision (diff) | Newer revision → (diff)

Εὑρεῖν τὸ δίκαιον πανταχῶς οὐ ῥᾴδιον → Difficile inventu est iustum, ubi ubi quaesiveris → Zu finden, was gerecht ist, ist durchaus nicht leicht

Menander, Monostichoi, 178

Greek Monolingual

η (ΑΜ ὀντότης) [[ον, όντος]]
1. η αφηρημένη έννοια του όντος, ύπαρξη, υπόσταση, το είναι
2. πραγματικότητα, αλήθεια
νεοελλ.
1. καθετί το οποίο αποτελεί την ουσία ενός πράγματος
2. (κατ' επέκτ.) η ίδια η ουσία
3. το ίδιο το υπάρχον, η αυτοτελής ύπαρξη, η ατομική αυθυπαρξία, η ατομικότητα, η προσωπικότηταείναι άνθρωπος χωρίς οντότητα»)
4. (λογ.) καθετί που έχει ύπαρξη, αλλά είναι απροσδιόριστο ως προς το ποιόν και τις σχέσεις του.