Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

οντότητα

Φοβοῦ τὸ γῆρας, οὐ γὰρ ἔρχεται μόνον -> Fear old age, for it never comes alone
Menander

Greek Monolingual

η (ΑΜ ὀντότης) [[ον, όντος]]
1. η αφηρημένη έννοια του όντος, ύπαρξη, υπόσταση, το είναι
2. πραγματικότητα, αλήθεια
νεοελλ.
1. καθετί το οποίο αποτελεί την ουσία ενός πράγματος
2. (κατ' επέκτ.) η ίδια η ουσία
3. το ίδιο το υπάρχον, η αυτοτελής ύπαρξη, η ατομική αυθυπαρξία, η ατομικότητα, η προσωπικότηταείναι άνθρωπος χωρίς οντότητα»)
4. (λογ.) καθετί που έχει ύπαρξη, αλλά είναι απροσδιόριστο ως προς το ποιόν και τις σχέσεις του.