Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

ποιόν

Φιλοκαλοῦμέν τε γὰρ μετ' εὐτελείας καὶ φιλοσοφοῦμεν ἄνευ μαλακίας -> Our love of what is beautiful does not lead to extravagance; our love of the things of the mind does not makes us soft.
Τhucydides, 2.40.1

Greek Monolingual

το, ΝΑ
1. το σύνολο τών στοιχείων που συνθέτουν τον χαρακτήρα ενός υποκειμένου ή ενός αντικειμένου, το εσωτερικό γνώρισμα ή η ιδιαίτερη φύση του («το ποιόν του ήχου»)
2. (λογ.) το διακριτικό γνώρισμα τών όντων το οποίο υποπίπτει στις αισθήσεις μας
νεοελλ.
ο βαθμός ηθικότητας που χαρακτηρίζει ένα άτομο, το ηθικό του επίπεδο («υπάρχουν αμφιβολίες για το ποιόν αυτού του ανθρώπου»).
[ΕΤΥΜΟΛ. Ουσιαστικοποιημένος τ. του ουδ. της αόριστης αντωνυμίας ποιός, -ά, -όν].

Russian (Dvoretsky)

ποιόν: τό Arst. = ποιότης.