Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

ποιόν

Ἐδιζησάμην ἐμεωυτόν -> I searched out myself
Heraclitus, fr. 101B

Greek Monolingual

το, ΝΑ
1. το σύνολο τών στοιχείων που συνθέτουν τον χαρακτήρα ενός υποκειμένου ή ενός αντικειμένου, το εσωτερικό γνώρισμα ή η ιδιαίτερη φύση του («το ποιόν του ήχου»)
2. (λογ.) το διακριτικό γνώρισμα τών όντων το οποίο υποπίπτει στις αισθήσεις μας
νεοελλ.
ο βαθμός ηθικότητας που χαρακτηρίζει ένα άτομο, το ηθικό του επίπεδο («υπάρχουν αμφιβολίες για το ποιόν αυτού του ανθρώπου»).
[ΕΤΥΜΟΛ. Ουσιαστικοποιημένος τ. του ουδ. της αόριστης αντωνυμίας ποιός, -ά, -όν].

Russian (Dvoretsky)

ποιόν: τό Arst. = ποιότης.