ἀνίλλω

From LSJ
Revision as of 17:50, 31 December 2020 by Spiros (talk | contribs) (Text replacement - "   <span class="bld">" to "<span class="bld">")

Εἰ θνητὸς εἶ, βέλτιστε, θνητὰ καὶ φρόνει → Mortalis quum sis, intra mortalem sape → Bist sterblich du, mein Bester, denk auch Sterbliches

Menander, Monostichoi, 173
Click links below for lookup in third sources:
Full diacritics: ἀνίλλω Medium diacritics: ἀνίλλω Low diacritics: ανίλλω Capitals: ΑΝΙΛΛΩ
Transliteration A: aníllō Transliteration B: anillō Transliteration C: anillo Beta Code: a)ni/llw

English (LSJ)

ἀνείλλω, Phryn.PSp.31 B., Olymp.in Phlb.p.240 S.:— Pass., A shrink back, of the soul, Plot.1.6.2, cf. Porph.Plot.14.

German (Pape)

[Seite 237] = ἀνειλέω, βιβλίον B. A. 19.

Greek (Liddell-Scott)

ἀνίλλω: ἀνείλλω, «ἀνίλλειν βιβλίον: οἱ μὲν ἄλλοι περισπῶσι τὴν λέξιν καὶ δι’ ἑνὸς λ γράφουσιν, οἱ δὲ Ἀττικοὶ παροξύνουσι καὶ διὰ δυοῖν λλ γράφουσιν· οὕτω καὶ τὸ ἐξίλλειν» Α. Β, 19, Ὀλυμπιόδ.

Spanish (DGE)

1 recoger βιβλίον Phryn.PS p.31.
2 en v. med. encogerse πρὸς δὲ τὸ αἰσχρὸν προσβαλοῦσα ἀνίλλεται (ἡ ψυχή) cuando (el alma) topa con lo feo se encoge Plot.1.6.2, cf. Porph.Plot.14.23, Dam.in Phlb.22.2, ἀνίλλεσθαι· συστρέφεσθαι Hsch.

Greek Monolingual

ἀνίλλω (Α)
1. ξετυλίγω
2. μέσ. ἀνίλλομαι
α) συστέλλομαι, διστάζω
β) υποκρίνομαι.
[ΕΤΥΜΟΛ. < στερ. ἀν- + ἴλλω «περιτυλίσσω, συστέλλομαι»].