βυτίνα

From LSJ
Revision as of 08:27, 23 August 2021 by Spiros (talk | contribs) (Text replacement - "<b>πρβλ.</b>" to "πρβλ.")
(diff) ← Older revision | Latest revision (diff) | Newer revision → (diff)

Βέλτιστε, μὴ τὸ κέρδος ἐν πᾶσι σκόπει → Amice, ubique lucra sectari cave → Mein bester Freund, sieh nicht in allem auf Profit

Menander, Monostichoi, 59

Greek Monolingual

η (AM βυτίνη)
πήλινο δοχείο για νερό, κρασί ή λάδι
αρχ.
ουροδοχείο.
[ΕΤΥΜΟΛ. Αβέβαιης ετυμολ. όπως είναι και πολλές άλλες λέξεις που δηλώνουν δοχεία (πρβλ. αμίς, βούτη κ.ά.). Παράλληλα προς τον τ. βυτίνη υπάρχει ο τ. πυτίνη «πλεκτή φιάλη με επένδυση από κλαδιά ή φλοιό λυγαριάς». Δεν είναι γνωστό ποιος από τους δύο τύπους είναι προγενέστερος. Εάν θεωρηθεί ως αρχικός ο τ. βυτίνη, είναι πιθανή η σύνδεση με τις γλώσσες του Ησυχίου βύττος «γυναικός αιδοίον», βύτανα «κόνδυλοι», ενώ με αρχικό τ. πυτίνη δεν αποκλείεται η υπόθεση ότι πρόκειται για δάνεια λ., αν και μόνο ο τ. με το ηχηρό -β- απαντά στις ξένες γλώσσες. Το λατ. butina είναι δάνειο από την Ελληνική
πρβλ. επίσης και λατ. buttis «βαρέλι» > butticula, butticella].