Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

επίσης

Γηράσκω δ᾽ αἰεὶ πολλὰ διδασκόμενος -> I grow old always learning many things
Solon the Athenian

Greek Monolingual

(AM ἐπίσης και ἐπ’ ἴσης)
επίρρ. εξίσου, με τον ίδιο τρόπο
νεοελλ.
1. επί πλέον, προς τούτοις («θέλω επίσης να μού φέρεις...»)
2. χρησιμοποιείται για να δηλώσει ομοιότητα απόψεων, επιθυμιών κ.λπ. («κι εγώ επίσης») ή σε ανταπόδοση ευχών («καλή επιτυχία» — «επίσης»).
[ΕΤΥΜΟΛ. < επί + ίσης (ενν. μοίρας)].