βεβολήατο
From LSJ
οὕτω τι βαθὺ καὶ μυστηριῶδες ἡ σιγὴ καὶ νηφάλιον, ἡ δὲ μέθη λάλον → silence is something profound and mysterious and sober, but drunkenness chatters
οὕτω τι βαθὺ καὶ μυστηριῶδες ἡ σιγὴ καὶ νηφάλιον, ἡ δὲ μέθη λάλον → silence is something profound and mysterious and sober, but drunkenness chatters
Full diacritics: βεβολήατο | Medium diacritics: βεβολήατο | Low diacritics: βεβολήατο | Capitals: ΒΕΒΟΛΗΑΤΟ |
Transliteration A: bebolḗato | Transliteration B: bebolēato | Transliteration C: vevoliato | Beta Code: bebolh/ato |
βεβολημένος, v. βάλλω.
v. βάλλω.
3ᵉ pl. poét. pqp. Pass. épq. de βάλλω.
βεβολήατο: βεβολημένος, ἴδε ἐν λ. βάλλω.
see βάλλω.
βεβολήατο: βεβολημένος, βλ. *βολέω.