Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

άεργος

Ἐδιζησάμην ἐμεωυτόν -> I searched out myself
Heraclitus, fr. 101B

Greek Monolingual

-η, -ο
1. αυτός που δεν εργάζεται, συνήθως από τεμπελιά, αργόσχολος, φυγόπονος, τεμπέλης
2. (στη Φυσ.) που δεν μπορεί να παράγει έργο.
[ΕΤΥΜΟΛ. Άεργος, αντί άνεργος, < αρχ. τ. ἀεργος «άνεργος», με αναβιβασμό του τόνου στο προθεματικό στοιχείο της αρνήσεως].