Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

δικαστής

Ὄττω τις ἔραται -> Whatever one loves best | Whom you desire most
Sappho
Full diacritics: δῐκαστής Medium diacritics: δικαστής Low diacritics: δικαστής Capitals: ΔΙΚΑΣΤΗΣ
Transliteration A: dikastḗs Transliteration B: dikastēs Transliteration C: dikastis Beta Code: dikasth/s

English (LSJ)

οῦ, ὁ,

   A a judge, Hdt.1.96, 3.14,31, A.Ch.120, Eu.81, etc.    2 of stars, δ. τῶν ὅλων D.S.2.31.    3 at Athens and elsewh., juror, S.Aj.1136, etc.; opp. νομοθέτης, Lys.14.4, cf. Antipho 1.23, X.Smp.5.10.    II δ. αἵματος avenger, E.HF 1150.

German (Pape)

[Seite 628] ὁ, der Richter, nach Recht u. Gesetz, während der κριτής nicht bloß Processe entscheidet, sondern Alles, und nicht nach juristischen Satzungen, sondern nach der Billigkeit; Xenoph. Conviv. 5, 10 διαφθείρειν καὶ δικαστὰς καὶ κριτάς; – δικαστης Aesch. Ag. 1421 Her. 3, 31 u. Folgende; – der Rächer, αἵματος Eur. Herc. Fur. 1150.

Greek (Liddell-Scott)

δῐκαστής: -οῦ, ὁ, ὁ δικάζων, κριτής, Ἡρόδ. 1.91, 3.14,31, Αἰσχύλ. Χο. 118, Εὐμ. 81, κτλ. 2) ἐν Ἀθήναις οἱ δικασταί, ὡς παρὰ Ρωμαίοις judices, ἦσαν μᾶλλον ὡς οἱ παρ’ἡμῖν ἔνορκοι (ὁ δὲ προεδρεύων δικαστὴς ἐκαλεῖτο κριτής), Σοφ. Αἴ. 1136, κτλ.· κατ’ ἀντίθεσιν πρὸς τὸ νομοθέτης, Λυσ. 130.40· ἴδε πρὸ πάντων Ἀντιφῶντ. 114.3, Ξεν. Συμπ. 5, 10, Herm. Pol. Ant. §134. ΙΙ. δ. αἵματος, ὁ ἐκδικητής, Εὐρ. Ἡρ.Μαιν. 1150.

French (Bailly abrégé)

οῦ (ὁ) :
juge.
Étymologie: δικάζω.

Spanish (DGE)

(δῐκαστής) -οῦ, ὁ

• Morfología: [gen. plu. jón. δικαστέων Hdt.5.25, 7.194]
I 1juez πότερα δικαστὴν ἢ δικηφόρον λέγεις; A.Ch.120, ἐν τοῖς δικασταῖς ... τόδ' ἐσφάλη S.Ai.1136, cf. Chrysipp.Stoic.3.109, IEphesos 4A.16 (III a.C.), BGU 1248.2 (II a.C.), Paus.7.11.2, como miembro de tribunales δικαστῶν τοῦτο βουλευτήριον del tribunal del Areópago, A.Eu.684, οἱ βασιληῖοι δικασταί del Consejo supremo de justicia entre los persas, Hdt.3.14, 5.25, de los miembros de los tribunales populares (Eliea) en Atenas, Lys.14.1, Antipho 1.23, Luc.Pisc.9, δικασταὶ καὶ κριταί X.Smp.5.10, ὁ δ. καὶ ἐκκλησιαστής Arist.Pol.1275a26, cf. Rh.1358b5, en Alejandría, distinto del διαιτητής y del κριτής PHal.1.26 (III a.C.), c. gen. δικασταὶ τῶνδε A.Eu.81, δικαστήν μιν ἑωυτῶν αἱρέοντο Hdt.1.96, c. περί y gen. περὶ ἐμοῦ δικαστὰς γενέσθαι ser mis jueces Lys.21.22, δικασταὶ περὶ τούτου τοῦ πράγματος jueces en este asunto Lys.1.1, c. calificativos τραχύς A.A.1421, φαῦλοι Gorg.B 11a.37, δίκαιος Lys.14.4, πικρός Plb.5.41.3
fig. c. gen. αὐτὸς γένοιτο τοῦ ἐγκλήματος δ. Democr.B 159, οὔτοι δικαστήν <σ'> εἱλόμην ἐμῶν κακῶν E.Supp.253, τῶν σφετέρων διαφορῶν Th.4.83, cf. 6.87, τίς σε κατέστησεν ἄρχοντα καὶ δικαστὴν ἐφ' ἡμῶν; LXX Ex.2.14, τῶν λόγων Meth.Res.1.33, abs. ἅμα αὐτοί τε δικασταὶ καὶ ῥήτορες ἐσόμεθα Pl.R.348b, δικαστῇ χρώμενοι τῷ Διονύσῳ Pl.Smp.175e, σὲ δὲ ... δικαστὴν ποιοῦμαι ἔγωγε Luc.Prom.5, ὁ βραβευτὴς καὶ δ. θεός Ph.1.512, cf. 672, Tat.Orat.12, Athenag.Leg.12.1, Const.App.8.4.5
plu. οἱ Δικασταί Los Jueces tít. de una obra de Tugénides, Phot.α 2096
vengador δ. αἵματος E.HF 1150.
2 jurisconsulto ὅτι τῶν βασιλικῶν εἴη δικαστῶν εἷς Aristid.Or.50.77.
II trad. del fenicio špṭ sufete, juez magistrado que sucede al rey al fin de la monarquía LW 1866a.A.1 (Sidón III a.C.) en Bull.Epigr.1939.485, prob. I.Ap.1.157.

English (Strong)

from a derivative of δίκη; a judger: judge.

English (Thayer)

δικαστοῦ, ὁ (δικάζω), a Judges , arbitrator, umpire: κριτήν); Sept. for שֹׁפֵט; in Greek writings (Aeschylus and) Herodotus on.) [ SYNONYMS: δικαστής, κριτής: according to etymol. and classic usage δικαστής is the more dignified and official term; κριτής gives prominence to the mental process, whether the 'judge' be a magistrate or not. Schmidt, chapter 18,6.]

Greek Monolingual

ο (AM δικαστής, Α θηλ. δικάστρια, η)
1. λειτουργός επιφορτισμένος με την απονομή της δικαιοσύνης
2. αυτός που κρίνει και αποφασίζει
νεοελλ.
ο αυστηρός κριτής
αρχ.
«δικαστὴς αἵματος» — εκδικητής.
[ΕΤΥΜΟΛ. < δικάζω. Στην αρχαία Αθήνα η λ. χρησιμοποιούνταν κυρίως στον πληθ. δικασταί «ένορκοι, κριτές, ελλανοδίκες», ενώ ο εν. δικαστής απαντά συχνά στον νομικό κώδικα (επιγραφή) της Γόρτυνος. Αξιοσημείωτο είναι ότι η λ. κριτής δεν είναι νομικός όρος, εν αντιθέσει προς το κρίνω (βλ. λ. δικάζω)
πρβλ. και γερμ. urteilen, Urteil αλλά Richter για τον δικαστή (όχι Urteiler)].

Greek Monotonic

δῐκαστής: -οῦ, ὁ (δικάζω),
I. 1. δικαστής, κριτής, σε Ηρόδ., Αισχύλ. κ.λπ.
2. στην Αθήνα, οἱ δικασταί, όπως οι Ρωμαίοι judices, λειτουργούσαν περισσότερο ως ένορκοι (ο προεδρεύων δικαστής ονομαζόταν κριτής), σε Σοφ. κ.λπ.
II. δ. αἵματος, εκδικητής, σε Ευρ.

Russian (Dvoretsky)

δῐκαστής: οῦ ὁ
1) судья Aesch., Soph., Her., Xen., Lys., Plat., Arst.;
2) мститель (αἵματος Eur.).

Middle Liddell

δῐκαστής, οῦ, n n δικάζω
I. a judge, Hdt., Aesch., etc.
2. at Athens, the δικασταί, like the Roman judices, were more like our jurymen (the presiding judge being ὁ κριτήσ), Soph., etc.
II. δ. αἵματος an avenger, Eur.

Chinese

原文音譯:dikast»j 笛卡士帖士
詞類次數:名詞(3)
原文字根:義(者)
字義溯源:審判官,斷事的官;源自(δίκη / καταδίκη)*=公正)
出現次數:總共(3);路(1);徒(2)
譯字彙編
1) 審判官的(1) 徒7:35;
2) 審判官(1) 徒7:27;
3) 斷事的官(1) 路12:14