Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

άμβλυνση

Οὔτοι συνέχθειν, ἀλλὰ συμφιλεῖν ἔφυν -> I was not born to hate, but to love.
Sophocles, Antigone 523

Greek Monolingual

η (Α ἄμβλυνσις) ἀμβλύνω
το να γίνεται κάτι αμβλύ, μετριασμός, ελάττωση ή απώλεια της οξύτητας, της αιχμηρότητάς του, στόμωμα
νεοελλ.
μείωση της οξύτητας τών παθών, μετριασμός, κατευνασμός, μαλάκωμα.