Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

άμβλυνση

Ὄττω τις ἔραται -> Whatever one loves best | Whom you desire most
Sappho

Greek Monolingual

η (Α ἄμβλυνσις) ἀμβλύνω
το να γίνεται κάτι αμβλύ, μετριασμός, ελάττωση ή απώλεια της οξύτητας, της αιχμηρότητάς του, στόμωμα
νεοελλ.
μείωση της οξύτητας τών παθών, μετριασμός, κατευνασμός, μαλάκωμα.