Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

άνοδος

Ὁ δ' ἀνεξέταστος βίος οὐ βιωτὸς ἀνθρώπῳ -> The unexamined life is not worth living
Plato, Apology of Socrates 38a

Greek Monolingual

(I)
άνοδος, -ον (Α)
ο τόπος που δεν έχει δρόμο ή πέρασμα.
(II)
η (AM ἄνοδος)
1. ανάβαση σ' έναν τόπο, πορεία προς τα άνω («ἡ εἰς τὸν νοητὸν τόπον τῆς ψυχῆς ἄνοδος»
Πλάτων)
2. η ανύψωση της στάθμης ενός υγρού
νεοελλ.
1. (για τη θερμοκρασία ή τις τιμές) ύψωση, ανέβασμα
2. πρόοδος, βελτίωση
3. ανάρρηση σε θρόνο ή σε κάποιο υψηλό αξίωμα
αρχ.
1. πορεία από τα παράλια προς το εσωτερικό μιας χώρας («ἄνοδος παρὰ βασιλέα» — πρβλ. «Κύρου ἀνάβασις» Ξεν.)
3. ανηφοριά, πλαγιά ενός υψώματος.