Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

βελτίωση

Ἦθος ἀνθρώπῳ δαίμων -> A man's character is his fate
Heraclitus, fr. B 119 Diels

Greek Monolingual

η (AM βελτίωσις) [βελτιώ (-ώνω)]
το να καλυτερεύει κανείς κάτι ή να καλυτερεύει ο ίδιος, η καλυτέρευση
νεοελλ.
φρ.
1. «βελτίωση γενετική» — σύνολο διαδικασιών με αντικείμενο τη βελτίωση του κληρονομικού δυναμικού των ατόμων ενός ζωικού πληθυσμού
2. «βελτίωση των ξύλων» — ειδική επεξεργασία, με τη χρησιμοποίηση διαφόρων υλικών, η οποία εφαρμόζεται στο ξύλο για να επιτευχθεί βαθιά βελτίωση των ποιοτικών του χαρακτήρων (διαστασιακή σταθερότητα, ηλεκτρική μόνωση κ.λπ.) χωρίς να αλλοιωθεί η φυσική του υφή
3. «έγγειες βελτιώσεις» ή «βελτιώσεις εδάφους» — διαδικασία με τεχνικά έργα κ.λπ. για την πάγια αύξηση της παραγωγικότητας μιας περιοχής.