Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

βελτίωση

τύμβος, ὦ νυμφεῖον, ὦ κατασκαφής οἴκησις αἰείφρουρος, οἷ πορεύομαι πρὸς τοὺς ἐμαυτῆς -> Tomb, bridal chamber, eternal prison in the caverned rock, whither I go to find mine own.
Sophocles, Antigone, 883

Greek Monolingual

η (AM βελτίωσις) [βελτιώ (-ώνω)]
το να καλυτερεύει κανείς κάτι ή να καλυτερεύει ο ίδιος, η καλυτέρευση
νεοελλ.
φρ.
1. «βελτίωση γενετική» — σύνολο διαδικασιών με αντικείμενο τη βελτίωση του κληρονομικού δυναμικού των ατόμων ενός ζωικού πληθυσμού
2. «βελτίωση των ξύλων» — ειδική επεξεργασία, με τη χρησιμοποίηση διαφόρων υλικών, η οποία εφαρμόζεται στο ξύλο για να επιτευχθεί βαθιά βελτίωση των ποιοτικών του χαρακτήρων (διαστασιακή σταθερότητα, ηλεκτρική μόνωση κ.λπ.) χωρίς να αλλοιωθεί η φυσική του υφή
3. «έγγειες βελτιώσεις» ή «βελτιώσεις εδάφους» — διαδικασία με τεχνικά έργα κ.λπ. για την πάγια αύξηση της παραγωγικότητας μιας περιοχής.