Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

άσπλαχνος

Φοβοῦ τὸ γῆρας, οὐ γὰρ ἔρχεται μόνον -> Fear old age, for it never comes alone
Menander

Greek Monolingual

(AM ἄσπλαγχνος)
αυτός που δεν έχει μέσα του σπλάχνα, που δεν έχει καρδιά, ο άκαρδος, ο ανηλεής, ο απάνθρωπος
αρχ.
1. ο δειλός
2. αυτός που δεν τρώει σπλάχνα ζώων.
[ΕΤΥΜΟΛ. < σπλάγχνον
το νεοελλ. άσπλαχνος < άσπλαγχνος με απλοποίηση του δυσπρόφερτου συμφωνικού συμπλέγματος -γχν-].