Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

άσσος

Ἔρως ἀνίκατε μάχαν -> O love, invincible in battle!
Sophocles, Antigone, 781

Greek Monolingual

ο (Μ ἄσσος)
1. ο αριθμός ένα που παριστάνεται με ειδική παράσταση πάνω σ' ένα χαρτί παιχνιδιού
2. συνεκδ. το χαρτοπαίγνιο, το χαρτί κύβου ή άλλου παιχνιδιού
νεοελλ.
μτφ. ο πρώτος σε κάποια επίδοση.
[ΕΤΥΜΟΛ. < (βενετ.) asso < λατ. as «μετρική μονάδα, ασσάριο (χάλκινο ρωμαϊκό νόμισμα)»].