Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

άσσος

τύμβος, ὦ νυμφεῖον, ὦ κατασκαφής οἴκησις αἰείφρουρος, οἷ πορεύομαι πρὸς τοὺς ἐμαυτῆς -> Tomb, bridal chamber, eternal prison in the caverned rock, whither I go to find mine own.
Sophocles, Antigone, 883

Greek Monolingual

ο (Μ ἄσσος)
1. ο αριθμός ένα που παριστάνεται με ειδική παράσταση πάνω σ' ένα χαρτί παιχνιδιού
2. συνεκδ. το χαρτοπαίγνιο, το χαρτί κύβου ή άλλου παιχνιδιού
νεοελλ.
μτφ. ο πρώτος σε κάποια επίδοση.
[ΕΤΥΜΟΛ. < (βενετ.) asso < λατ. as «μετρική μονάδα, ασσάριο (χάλκινο ρωμαϊκό νόμισμα)»].