Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

έμπειρος

Γελᾷ δ' ὁ μωρός, κἄν τι μὴ γέλοιον ᾖ -> The fool laughs even when there's nothing to laugh at
Menander

Greek Monolingual

-η, -ο (AM ἔμπειρος, -ον)
αυτός που έχει αποκτήσει πείρα σε τέχνη, επιστήμη κ.λπ. («έμπειρος γιατρός», «θαλάσσης ἐμπειρότατοί εἰσι», Θουκ.)
αρχ.-μσν.
(το ουσ. ως ουδ.) τὸ ἔμπειρον
η εμπειρία, η πείρα που έχει αποκτηθεί
αρχ.
1. ο ειδικός, ο εμπειρογνώμονας
2. (για πράγματα) δοκιμασμένος στη χρήση («ναυσὶν ἐμπείροις»).