Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

γιατρός

Μή, φίλα ψυχά, βίον ἀθάνατον σπεῦδε, τὰν δ' ἔμπρακτον ἄντλει μαχανάν -> Oh! my soul do not aspire to eternal life, but exhaust the limits of the possible
Pindar, Pythian, 3.61f.

Greek Monolingual

ο (θηλ. γιατρίνα και γιάτρισσα) (AM ιατρός)
1. ο ειδικός στη διάγνωση και θεραπεία τών διαφόρων νόσων
2. αυτός που καταπραΰνει, που ανακουφίζει τα ψυχικά πάθη
3. το φυτό γέρος, δαιμοναρία.
[ΕΤΥΜΟΛ. < ιάομαι + (επίθημα) -τρός, με ανάπτυξη του -j- μετά από συνίζηση του συμπλέγματος ια - (πρβλ. ιατρικός-γιατρικός, ιατροσόφι -γιατροσόφι, ιατρειά-γιατρειά, ιατρεύω-γιατρεύω, ίασις-γιάση].