Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

ειδικός

Οὔτοι συνέχθειν, ἀλλὰ συμφιλεῖν ἔφυν -> I was not born to hate, but to love.
Sophocles, Antigone 523

Greek Monolingual

-ή, -ό (AM εἰδικός, -ή, -όν) είδος
1. αυτός που ανήκει ή αναφέρεται σε ορισμένο είδος ή περίπτωσης («ειδικός όρος»)
2. ιδιαίτερος, προορισμένος για περιορισμένη χρήση («ειδικό φάρμακο»)
νεοελλ.
(αρσ. ως ουσ.) ο ειδικός
αυτός που έχει αποκτήσει ειδικότητα σ' έναν κλάδο επιστήμης ή τέχνης («ειδικός στη συντήρηση αρχαίων μνημείων»)
μσν.
1. τίτλος ανώτερων αξιωματούχων στο Βυζάντιο, συνήθως ο κόμις τών θείων πριονάτων, θησαυροφύλακας
2. το ουδ. ως ουσ. τὸ εἰδικόν
η αρχή και το αξίωμα του ειδικού
αρχ.
μορφικός.