Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

αγκυροβολώ

Ἔρως ἀνίκατε μάχαν -> O love, invincible in battle!
Sophocles, Antigone, 781

Greek Monolingual

(Α ἀγκυροβολῶ)
ποντίζω, ρίχνω την άγκυρα και ασφαλίζω έτσι το πλοίο κατά την προσόρμισή του
αρχ.
στερεώνω, γαντζώνω.
[ΕΤΥΜΟΛ. < ἄγκυρα + βάλλω.
ΠΑΡ. αρχ. ἀγκυροβόλιον νεοελλ. αγκυροβόλημα, αγκυροβόληση, αγκυροβόλι, αγκυροβολία].