Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

άγκυρα

Ἔρως ἀνίκατε μάχαν -> O love, invincible in battle!
Sophocles, Antigone, 781

Greek Monolingual

ἄγκυρα η (Μ αγκύρωμα, το, Ν και άγκορα και άγκουρα)
1. βαρύ σιδερένιο αγκυλωτό όργανο δεμένο στο ακρό αλυσίδας ή σχοινιού, που ρίχνεται στη θάλασσα για να αγκιστρωθεί στον βυθό και να ακινητοποιήσει έτσι το πλοίο
2. μτφ. ασφάλεια, στήριγμα
3. φρ. «ρίχνω άγκυρα», εγκαθίσταμαι οριστικά κάπου
αρχ.
1. πολιορκητικό όργανο
2. φρ. «ιερά ἄγκυρα», έσχατη ελπίδα.
[ΕΤΥΜΟΛ. Ο τύπος ἄγκυρα από τη ρίζα ἄγκ- όπως και τα ἀγκάλη, ἄγκος, ἀγκύλος κ.ά. Αντιστοιχεί στο σανσκρ. ankura. Από την ίδια ρίζα και το μσν. ἀγκύρωμα. Οι τύποι άγκορα και άγκουρα από την ιταλ. λ. ancora.
ΠΑΡ. αγκυρίζω
αρχ.
ἀγκύριον. ἄγκυρις, ἀγκυρίτης, ἀγκυρωτός
νεοελλ.
αγκυρίδα. αγκυρώνω. ΣYNΘ. αγκυροειδής
αρχ.
ἀγκυρομήλη, ἀγκυρουχία
νεοελλ.
αγκυρόδεσμος. αγκυροδέτης.