Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

αγράμματος

Σκιᾶς ὄναρ ἄνθρωπος -> Man is a dream of a shadow
Pindar, Pythian 8.95f.

Greek Monolingual

-η, -ο (Α ἀγράμματος, -ον)
αυτός που δεν γνωρίζει ανάγνωση και γραφή, αναλφάβητος, απαίδευτος
νεοελλ.
1. αυτός που γνωρίζει ελάχιστα γράμματα, ο ημιμαθής
2. φρ. «την έπαθα σαν αγράμματος», εξαπατήθηκα σαν άπειρος, σαν ακατατόπιστος
αρχ.
1. άγραφος, άγραπτος
2. (για ήχους) άναρθρος
3. (για ζώα) ο ανίκανος να δημιουργήσει έναρθρο λόγο, να αρθρώσει λέξεις.
[ΕΤΥΜΟΛΟΓΙΑ < - στερητικό + γράμμα.
ΠΑΡ. αγραμματοσύνη].