Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

αγρυπνώ

τύμβος, ὦ νυμφεῖον, ὦ κατασκαφής οἴκησις αἰείφρουρος, οἷ πορεύομαι πρὸς τοὺς ἐμαυτῆς -> Tomb, bridal chamber, eternal prison in the caverned rock, whither I go to find mine own.
Sophocles, Antigone, 883

Greek Monolingual

[Α ἀγρυπνῶ (-έω)]
1. δεν μπορώ να κοιμηθώ τη νύχτα, μένω άγρυπνος, ξενυχτώ
2. προσέχω, επιτηρώ, φροντίζω.
[ΕΤΥΜΟΛ. < ἄγρυπνος.
ΠΑΡ. αρχ. ἀγρυπνητικός
νεοελλ.
αγρύπνημα, αγρυπνητής].