Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

επιτηρώ

Ἔρως ἀνίκατε μάχαν -> O love, invincible in battle!
Sophocles, Antigone, 781

Greek Monolingual

(AM ἐπιτηρῶ, -έω) τηρώ
νεοελλ.
επιβλέπω, εποπτεύω
μσν.
προσέχω, προστατεύω κάποιον
αρχ.-μσν.
1. παραμονεύω, καιροφυλακτώ
2. βλέπω με προσοχή, παρατηρώ
αρχ.
1. επιθεωρώ, εποπτεύω, διοικώ
2. προσπαθώ ν’ ανακαλύψω κάτι («σὺ δ’ ἐπιτήρει τὸ βλάβος» — προσπάθησε ν’ ανακαλύψεις το σφάλμα
Αριστοφ.).