Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

αδηφάγος

Γελᾷ δ' ὁ μωρός, κἄν τι μὴ γέλοιον ᾖ -> The fool laughs even when there's nothing to laugh at
Menander

Greek Monolingual

-ο (Α ἀδηφάγος -ον)
1. (για έμψυχα) αυτός που τρώει με βουλιμία, λαίμαργος, αχόρταγος, φαγάς
2. (για άψυχα) αυτός που κατατρώει, που καταναλίσκει ή καταστρέφει κάτι («ἀδηφάγο πῡρ»)
νεοελλ.
άπληστος, αχόρταγος
αρχ.
αυτός που κοστίζει πολλά, ακριβός, πολυδάπανος.
[ΕΤΥΜΟΛ. < ἄδην + -φάγος < ἔφαγον, του ρ. ἐσθίω.
ΠΑΡ. ἀδηφαγία
αρχ.
ἀδηφαγῶ].