Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

ακόρεστος

Φιλοκαλοῦμέν τε γὰρ μετ' εὐτελείας καὶ φιλοσοφοῦμεν ἄνευ μαλακίας -> Our love of what is beautiful does not lead to extravagance; our love of the things of the mind does not makes us soft.
Τhucydides, 2.40.1

Greek Monolingual

-η, -ο (Α ἀκόρεστος, -ον) αυτός που δεν έχει ή δεν μπορεί να χορτάσει, ο αχόρταγος
«ἀκόρεστος φιλοδοξία»
«αἰχμᾱς ἀκόρεστον» (Αισχ.), «ἀκόρεστος φιλία» (Ξεν.)
αρχ.
1. εκείνος που δεν προκαλεί κόρο, που δεν τον χορταίνουμε
«τὸ μὲν εὖ πράσσειν ἀκόρεστον ἔφυ πᾱσι βροτοῑσιν» (Αισχ.)
2. ο ασταμάτητος, ο ακατάπαυστος
«ἀκόρεστον οἰμωγὰν» (Σοφ.)
3. «ακόρεστες ενώσεις» Χημ.
οργανικές ενώσεις οι οποίες περιέχουν στο μόριο τους διπλούς ή και τριπλούς δεσμούς μεταξύ ατόμων άνθρακα, π.χ. αιθυλένιο, ακετυλένιο κ.ά.
[ΕΤΥΜΟΛ. < - στερητ. + κορέννυμι.
ΠΑΡ. μσν. ἀκορεστία, ἀκορεσταίνω].