Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

ἄπαυστος

Μὴ φῦναι τὸν ἅπαντα νικᾷ λόγον -> Not to be born is, past all prizing, best.
Sophocles, Oedipus Coloneus l. 1225
Full diacritics: ἄπαυστος Medium diacritics: ἄπαυστος Low diacritics: άπαυστος Capitals: ΑΠΑΥΣΤΟΣ
Transliteration A: ápaustos Transliteration B: apaustos Transliteration C: apafstos Beta Code: a)/paustos

English (LSJ)

ον,

   A unceasing, never-ending, Parm.8.27; αἰών A.Supp. 574 (lyr.); βίος Pl.Ti.36e; ἄτα S.Aj.1187 (lyr.); ἄ. καὶ ἀθάνατος φορά Pl.Cra.417c, etc. Adv. -τως Arist.Mu.391b18, Corn.ND34.    2 not to be stopped or assuaged, insatiable, δίψα Th.2.49; γνάθοι Antiph. 237.4; ἐπιθυμίη χρημάτων Eus.Mynd.1.    II c. gen., never ceasing from, γόων E.Supp.82 (lyr.).—Cf. ἄπαυτος.

German (Pape)

[Seite 283] nicht zu beruhigen, unaufhörlich, δίψα Thuc. 2, 49; endlos, αἰών Aesch. Suppl. 569; ἄτη Soph. Ai. 1166; γόων, nicht ablassend mit, Eur. Suppl. 93; in Prosa, βίος Plat. Tim. 36 e; καὶ ἀθάνατος Crat. 417 c.

Greek (Liddell-Scott)

ἄπαυστος: -ον, ἀδιάκοπος, συνεχής, ἀκατάπαυστος, Παρμεν. Ἀποσπ. 82· αἰὼν Αἰσχύλ. Ἱκ. 573· βίος Πλάτ. Τίμ. 36E· ἄτα Σοφ. Αἴ. 1186· ἀπ. καὶ ἀθάνατος φορὰ Πλάτ. Κρατ. 417C, κτλ.: - Ἐπίρρ. -τως, Ἀριστ. π. Κόσμ. 2. 2. 2) ὃν δὲν δύναταί τις νὰ σταματήσῃ ἢ ἱκανοποιήση, ἀκόρεστος, δίψα Θουκ. 2. 49· γνάθοι Ἀντιφ. ἐν Ἀδήλ. 15. ΙΙ. μετὰ γεν., ὁ μηδέποτε παυόμενος, ἢ καταστελλόμενος, ἀκόρεστος, γόων Εὐρ. Ἱκ. 82.

French (Bailly abrégé)

ος, ον :
incessant, sans fin.
Étymologie: ἀ, παύω.

Spanish (DGE)

-ον
I 1que no cesa, inacabable, que no tiene fin (ἐόν) ἄναρχον ἄπαυστον (el Ser) sin principio ni fin Parm.B 8.27, αἰών A.Supp.574, βίος Pl.Ti.36e, ἄτα S.Ai.1186, ἄ. καὶ ἀθάνατον αὐτὴν (φοράν) Pl.Cra.417c, σταγών E.Supp.82, κυκλική Thphr.Metaph.5, ἕξις Plu.2.159d, cf. Procl.Inst.206
neutr. plu. como adv. ἐψιθύριζον ἄπαυστα Rom.Mel.7.εʹ.3.
2 insaciable δίψα Th.2.49, γνάθοι Antiph.237.4, ἄ. ἐπιθυμίη χρημάτων Eus.Mynd.1.
II adv. -ως inacabablemente, eternamente δι' αἰῶνος Arist.Mu.391b18, cf. Corn.ND 34, PMasp.19.27 (VI d.C.), ref. al infierno καταδίκην τοῦ πυρὸς ἄ. κολάζεσθαι Iust.Phil.Dial.45.4.

Greek Monolingual

ἄπαυστος, -ον (AM)
1. αδιάκοπος, συνεχής, ακατάπαυστος
2. αυτός που δεν μπορεί κανείς να τον σταματήσει ή να τον ικανοποιήσει, ακόρεστος
3. αυτός που δεν απαλλάσσεται, δεν γλυτώνει από κάτιἄπαυστος γόων»).

Greek Monotonic

ἄπαυστος: -ον (παύομαι)·
I. 1. ακατάπαυστος, συνεχής, ατελεύτητος, σε Αισχύλ., Σοφ.
2. αυτός τον οποίο δεν μπορεί κάποιος να σταματήσει ή να τον ικανοποιήσει, να τον πραΰνει, ακόρεστος, δίψα, σε Θουκ.
II. με γεν., αυτός που δεν καταπαύεται, γόων, σε Ευρ.

Russian (Dvoretsky)

ἄπαυστος:
1) непрекращающийся, нескончаемый, бесконечный (αἰών Aesch.; βίος Plat.); беспрестанный, непрерывный (ἄτα, ἀ. καὶ ἀθάνατος Soph.; δίψα Thuc.; φορά Plat.; κίνησις Arst.; νιφετοί Plut.);
2) не перестающий (τινος Eur.).

Middle Liddell

[παύομαι]
I. unceasing, never-ending, Aesch., Soph.
2. not to be stopped or assuaged, insatiable, δίψα Thuc.
II. c. gen. never ceasing from, γόων Eur.