Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

ανάρια

τύμβος, ὦ νυμφεῖον, ὦ κατασκαφής οἴκησις αἰείφρουρος, οἷ πορεύομαι πρὸς τοὺς ἐμαυτῆς -> Tomb, bridal chamber, eternal prison in the caverned rock, whither I go to find mine own.
Sophocles, Antigone, 883

Greek Monolingual

επίρρ. ανάριος
1. σε αραιά διαστήματα
2. κάπου κάπουανάρια ανάρια το φιλί για να’ χει νοστιμάδα» — η συχνή επανάληψη καταντάει βαρετή
3. αργά αργά.