Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

ανακύκλωση

τύμβος, ὦ νυμφεῖον, ὦ κατασκαφής οἴκησις αἰείφρουρος, οἷ πορεύομαι πρὸς τοὺς ἐμαυτῆς -> Tomb, bridal chamber, eternal prison in the caverned rock, whither I go to find mine own.
Sophocles, Antigone, 883

Greek Monolingual

η (Α ἀνακύκλωσις) [ἀνακυκλῶ (ΙΙ)]
νεοελλ.
η εκ νέου περικύκλωση
αρχ.
1. συνεχής περιστροφή, επαναφορά
2. (για πολιτεύματα) κυκλική διαδοχή.