Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

ανθρωπολογία

Γελᾷ δ' ὁ μωρός, κἄν τι μὴ γέλοιον ᾖ -> The fool laughs even when there's nothing to laugh at
Menander

Greek Monolingual

η
η επιστήμη που εξετάζει την κατασκευή του ανθρώπινου σώματος, σκελετού και εσωτερικών οργάνων (μορφολογική ανθρωπολογία), τη λειτουργία των οργάνων και συστημάτων του οργανισμού (λειτουργική ανθρωπολογία), τη θέση του ανθρώπου μέσα στο ζωικό βασίλειο (ζωολογική ανθρωπολογία).
[ΕΤΥΜΟΛ. < anthropologia, νεολατιν. επιστημον. όρος, ελληνογενής < άνθρωπος + -λογία. Ο ελληνικός όρος ανθρωπολογία πρωτοχρησιμοποιήθηκε το 1810 από τον γιατρό Λευκία Γεωργιάδη Αναστάσιο].