Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

ανθρωποφόντης

τύμβος, ὦ νυμφεῖον, ὦ κατασκαφής οἴκησις αἰείφρουρος, οἷ πορεύομαι πρὸς τοὺς ἐμαυτῆς -> Tomb, bridal chamber, eternal prison in the caverned rock, whither I go to find mine own.
Sophocles, Antigone, 883

Greek Monolingual

ἀνθρωποφόντης (Μ)
επίθ. αυτός που σκοτώνει ανθρώπους.
[ΕΤΥΜΟΛ. < άνθρωπος + -φόντης < θείνω «σκοτώνω» με επίδραση του φόνος. Πρβλ. αργειφόντης, ανδρεϊφόντης].