Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

απέραντος

Μή, φίλα ψυχά, βίον ἀθάνατον σπεῦδε, τὰν δ' ἔμπρακτον ἄντλει μαχανάν -> Oh! my soul do not aspire to eternal life, but exhaust the limits of the possible
Pindar, Pythian, 3.61f.

Greek Monolingual

-η, -ο (AM ἀπέραντος, -ον) περαίνω
αυτός που δεν έχει τέλος, άπειρος
2. αναρίθμητος, αμέτρητος
αρχ.
1. (για χρόνο) ατελείωτος
2. ανεξάντλητος
3. αυτός που φαίνεται ότι δεν έχει τέλος
4. αυτός που δεν επιτρέπει να δραπετεύσει κανείς, που δεν επιτρέπει έξοδο, αδιάβατος
5. (λόγος, δηλ. συλλογισμός) χωρίς πέρας, χωρίς αιτιολογημένο συμπέρασμα.