Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

απολογία

Ὃν οἱ θεοὶ φιλοῦσιν ἀποθνήσκει νέος → He whom the gods love dies young
Menander, fr. 125

Greek Monolingual

κ. -για, η (AM ἀπολογία) απόλογος
1. απόκρουση κατηγορίας
2. δικαιολογία για ό,τι ευθύνεται κανείς
μσν.- νεοελλ.
1. απάντηση
2. το δικαίωμα ν' απολογηθεί κάποιος
3. αποπομπή, διώξιμο
μσν.
1. άδεια για αποχώρηση
2. χαιρετισμός.