Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

απομίμηση

Ὄττω τις ἔραται → Whatever one loves best | Whom you desire most
Sappho

Greek Monolingual

η (AM ἀπομίμησις)
τέλεια μίμηση
νεοελλ.
1. αντιγραφή πρωτοτύπου, κατασκευή ομοιώματος
2. παραποίηση με σκοπό την εξαπάτηση, πλαστογραφία, παραχάραξη
3. συνεκδ. αντίγραφο, πανομοιότυπο.