Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

αποτροπή

Μὴ φῦναι τὸν ἅπαντα νικᾷ λόγον → Not to be born is, past all prizing, best.
Sophocles, Oedipus Coloneus l. 1225

Greek Monolingual

η (AM ἀποτροπή) αποτρέπω. 1. απομάκρυνση κάποιου κακού, παρεμπόδιση, αποσόβηση
2. συγκράτηση, μετάπειση
3. στρατιωτική στρατηγική σύμφωνα με την οποία μια μεγάλη δύναμη χρησιμοποιεί αποτελεσματικά την απειλή μιας άμεσης και συντριπτικής αντεπίθεσης προκειμένου να αποκλείσει από τις εναλλακτικές δυνατότητες του αντιπάλου την πυρηνική αντεπίθεση