Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

αποχωρώ

Ὄττω τις ἔραται -> Whatever one loves best | Whom you desire most
Sappho

Greek Monolingual

(AM ἀποχωρῶ, -έω)
1. απομακρύνομαι με τη θέληση μου, αναχωρώ
2. αποσύρομαι, παραιτούμαι
αρχ.
1. αποχωρώ μετά την ήττα, αποσύρομαι
2. (για τα περιττώματα) διέρχομαι, βγαίνω
3. (για τόπους) απέχω, είμαι μακριά
4. «ἀποχωρῶ εἴς τι ή ἐπί τι» — καταφεύγω
5. (το ουδ. μτχ. ενεστ. ως ουσ.) τὸ ἀποχωροῡν
περίττωμα, η ακαθαρσία.