Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

θεραπεία

Γελᾷ δ' ὁ μωρός, κἄν τι μὴ γέλοιον ᾖ -> The fool laughs even when there's nothing to laugh at
Menander
Full diacritics: θερᾰπεία Medium diacritics: θεραπεία Low diacritics: θεραπεία Capitals: ΘΕΡΑΠΕΙΑ
Transliteration A: therapeía Transliteration B: therapeia Transliteration C: therapeia Beta Code: qerapei/a

English (LSJ)

Ion. θερᾰπ-ηΐη (θερᾰπ-είη Hp.Art.80,al.), ἡ,

   A service, attendance:    I of persons, θ. τῶν θεῶν service paid to the gods, Pl. Euthphr.13d, cf. E.El.744 (lyr.); θεῶν καὶ ἡρώων θεραπεῖαι Pl.R.427b, etc.; ἡ περὶ τοὺς θεοὺς θ. Isoc.11.24; ἀγυιάτιδες θ. worship of Apollo Agyieus, E.Ion187; τὴν θ. ἀποδιδόναι τοῖς θεοῖς Arist.Pol.1329a32; θ. τῆς μήνιδος Jul.Or.5.159b: abs., πᾶσαν θ. ὡς ἰσόθεος θεραπευόμενος Pl.Phdr.255a, cf. Antipho 4.2.4; of parents, γονέων θεραπείας καὶ τιμάς Pl.Lg.886c, cf. Gorg.Fr.6 D.; of children, nurture, care, μικροὺς παῖδας θεραπείας δεομένους Lys.13.45; θ. καὶ ἐσθής X.Mem.3.11.4; θ. σώματος, ψυχῆς, Pl.Grg.464b, La.185e.    2 service done to gain favour, paying court, θ. τοῦ κοινοῦ καὶ τῶν αἰεὶ προεστώτων Th.3.11; ἐν θεραπείᾳ ἔχειν πολλῇ Id.1.55; πάσῃ θεραπείᾳ θεραπεύειν τινά X.HG 2.3.14; θεραπείαις προσαγαγέσθαι Isoc.3.22; τῇ θ. ψυχαγωγούμενος D.59.55.    II medical or surgical treatment or cure, χειρός, ποδός, Hp.l.c.; αἱ ὑπὸ τῶν ἰατρῶν θ. αἱ διὰ καύσεων γιγνόμεναι cures by cautery, Pl.Prt.354a; ἡ ἐκ τῶν γραμμάτων θ. treatment secundum artem, Arist.Pol.1287a40, cf. Gal.1.400, etc.; τῶν καμνόντων Pl.Prt. 345a, cf. Th.2.51, Phld.Ir.p.21 W.; τοῦ σώματος Id.Lib.p.19 O., Vit.Philonid.p.9 C.; healing, θεραπείας ἐπιτυχών Sammelb.1537b: in pl., cures, ἰατρὸς ποιεῖ -είας POxy.1r.13.    III of animals, care, tendance, Pl.Euthphr.13a, Arist.HA578a7 (pl.).    2 of plants, cultivation, Pl.Tht.149e, Thphr.HP2.2.12.    3 maintenance or repairs of temples, SIG1106.49 (Cos, iv/iii B.C.), 1102.8 (ii B.C.).    4 preparation of fat for medical use, Dsc.2.76.    IV in collective sense, body of attendants, retinue, Hdt.1.199, 5.21, 7.184, LXXGe. 45.16; σὺν ἱππικῇ θ. X.Cyr.4.6.1; ὁ ἐπὶ τῆς θ. τεταγμένος Plb.4.87.5.

German (Pape)

[Seite 1199] ἡ, 1) das Dienen, die Bedienung, die Hochachtung gegen Eltern u. höher Gestellte; θεραπεία τοῦ τε κοινοῦ αὐτῶν καὶ τῶν ἀεὶ προεστώτων Thuc. 3, 11; γονέων θεραπεῖαι καὶ τιμαί Plat. Legg. X, 886 c, wie Rep. IV, 425 b; θεῶν, Gottesdienst, Euthyphr. 13 d; vgl. Eur. El. 744; ἀγυιατίδες, des Apollo Agyieus, Ion 187; Isocr. 2, 20; ἡ περὶ τοὺς θεοὺς θερ. neben εὐσέβεια 11, 24; ἄλλαι θεῶν τε καὶ δαιμόνων καὶ ἡρώων θεραπεῖαι Plat. Rep. IV, 427 b; πᾶσαν θεραπείαν ὡς ἰσόθεος θεραπευόμενος Phaedr. 255 a, wie auch Antiph. 4 β 4 θεραπείαν θεραπεύεσθαι vrbdt; Xen. αὐτὸν ἐθεράπευον πάσῃ θεραπείᾳ, Hell. 2, 3, 14; ἐν θεραπείᾳ ἔχειν, Jem. seine Hochachtung beweisen, ihm gefällig sein, Thuc. 1, 55; θεραπείαις προσαγαγέσθαι Isocr. 3, 22. – Uebh. Dienstleistung, Eur. I. T. 314 u. A.; Pflege der Kranken, τῶν καμνόντων Plat. Prot. 345 a; τὰς ὑπὸ τῶν ἰατρῶν θεραπείας, die Kur, τὰς διὰ καύσεων γιγνομένας, 354 a; τῶν περὶ τὸ σῶμα νοσημάτων πολλαὶ θεραπεῖαι τοῖς ἰατροῖς εὕρηνται, viele Heilungsarten, Isocr. 8, 39; Sp.; θεραπείαν προσάγειν Pol. 15, 25, 6; σώματος, Pflege u. Wartung des Körpers, Plat. Gorg. 464 b; ὅση περὶ τὸ θνητὸν πᾶν σῶμα θερ. Soph. 219 a; von Thieren, ἡ ἱππικὴ ἵππων θερ. Euthyphr. 13 a; von Pflanzen, τῶν ἐκ γῆς καρπῶν Theaet. 149 e; τῶν ποπάνων καὶ ἑψημάτων Rep. V, 455 c; τῆς ψυχῆς Lach. 185 e; Xen. vrbdt ἐν ἐσθῆτι καὶ θεραπείᾳ οὐ τῇ τυχούσῃ, Mem. 3, 11, 4, vom Putz. – 21 collectiv, Dienerschaft, Gefolge, θεραπηΐη δέ σφι ὄπισθε ἕπεται πολλή Her. 1, 199, vgl. 7, 184; σὺν ἱππικῇ θεραπείᾳ Xen. Cyr. 4, 6, 1; Sp.; ὁ ἐπὶ τῆς θεραπείας, der Befehlshaber der Leibwache, Pol. 4, 87, 5 Hdn. 7, 1, 10; N. T.

Greek (Liddell-Scott)

θερᾰπεία: Ἰων. -ηΐη. ἡ, (θεραπεύω) ὑπηρεσία, περιποίησις· ἐντεῦθεν κατὰ ποικίλας σχέσεις, Ι. ἐπὶ προσ., θ. θεῶν, ὑπηρεσία πρὸς τοὺς θεούς, θεία λατρεία, Πλάτ. Εὐθύφρ. 13D· θεῶν καὶ ἡρώων ὁ αὐτ. ἐν Πολ. 427B, κτλ.· ὡσαύτως, ἡ περὶ τοὺς θεοὺς θ. Ἰσοκρ. 226A· ἀγυιάτιδες θ., λατρεία τοῦ Ἀγυιέως Ἀπόλλωνος, Εὐρ. Ἴωνι 187· τὴν θ. ἀποδιδόναι τοῖς θεοῖς Ἀριστ. Πολιτικ. 7. 9, 9: - ἀπολ., πᾶσαν θερ. ὡς ἰσόθεος θεραπευόμενος Πλάτ. Φαίδρ. 255A, πρβλ. Εὐρ. Ἠλ. 744, Ἀντιφῶν 126. 18: - ὡσαύτως ἐπὶ τῶν γονέων, Πλάτ. Νόμ. 886C. 2) ὑπηρεσία πρὸς ἀπόλαυσιν εὐνοίας, περιποίησις, Λατ. obsequium, θ. τῶν ἀεὶ προεστώτων Θουκ. 3. 11· ἐν πολλῇ θεραπείᾳ ἔχω, περιποιοῦμαί τινα πολύ, ὁ αὐτ. 1. 55· θεραπείᾳ θεραπεύειν τινὰ Ξεν. Ἑλλ. 2. 3, 14· θεραπείαις προσαγαγέσθαι Ἰσοκρ. 31B, πρβλ. Δημ. 1364. 9, κτλ. ΙΙ. ἐπὶ πραγμάτων, περιποίησις, φροντίς, μέριμνα, τοῦ σώματος, τῆς ψυχῆς Πλάτ. Γοργ. 464B, Λάχ. 185E· παῖδας θεραπείας δεομένους Λυσ. 134. 2· θ. καὶ ἐσθής, κοσμήματα, Ξεν. Ἀπομν. 3. 11, 4. 2) ἰατρικὴ θεραπεία, Ἱππ. π. Ἄρθρ. 839, κτλ.· καθόλου, περίθαλψις, περιποίησις εἰς ἀσθενῆ, Θουκ. 2. 51, κτλ.· τῶν καμνόντων ἡ θ. Πλάτ. Πρωτ. 345A· αἱ ὑπὸ τῶν ἰατρῶν θερ. αἱ διὰ καύσεων γιγνόμεναι, θεραπεῖαι διὰ καύσεως (καυτηρίου), αὐτόθι 354A· ἡ ἐκ τῶν γραμμάτων θ., ἡ τεχνική, ἐπιστημονικὴ θερ., secundum artem, Ἀριστ. Πολιτικ. 3. 16. 7. ΙΙΙ. ἐπὶ ζῴων, περιποίησις, ἀνατροφή, Πλάτ. Εὐθύφρ. 13A, Ἀριστ. Ι. Ζ. 6. 25, κ. ἀλλ.· ἐπὶ φυτῶν, καλλιεργία, Πλάτ. Θεαιτ. 149E· ἐπὶ γῆς, Θεόφρ. Ι. Φ. 2. 2, 12. IV. ἐν περιληπτικῇ σημασίᾳ, οἱ θεράποντες, οἱ ὑπηρέται, ἡ ἀκολουθία, Ἡρόδ. 1. 199., 5. 21., 7. 184· σὺν ἱππικῇ θερ. Ξεν. Κύρ. 4. 6, 1· ὁ ἐπὶ τῆς θερ. Πολύβ. 4. 87, 5.

French (Bailly abrégé)

ας (ἡ) :
I. soin :
1 soin religieux : θεραπεία θεῶν, περὶ τοὺς θεούς culte des dieux ; au plur. soins (envers les dieux);
2 soins, respect pour les parents;
3 p. ext. soins attentifs, prévenances, sollicitude : θεραπείᾳ θεραπεύειν τινά XÉN entourer qqn de soins;
4 soins quotidiens, entretien, traitement (d’animaux, de plantes, etc.) ; soins du corps ; parure de femme (cf. lat. cultus) ; soins médicaux, traitement;
II. au sens coll. train de serviteurs, suite d’un grand : ἱππικὴ θεραπεία XÉN suite à cheval.
Étymologie: θεραπεύω.

English (Strong)

from θεραπεύω; attendance (specially, medical, i.e. cure); figuratively and collectively, domestics: healing, household.

English (Thayer)

θεραπείας, ἡ (θεραπεύω);
1. service, rendered by anyone to another.
2. special medical service, curing, healing: Hippocrates), Plato, Isocrates, Polybius).
3. by metonymy, household, i. e. body of attendants, servants, domestics: R G; Lob. ad Phryn., p. 469; for עֲבָדִים, Genesis 45:16).

Greek Monolingual

η (AM θεραπεία, Α ιων. τ. θεραπηΐη και θεραπείη) θεραπεύω
1. ιατρική περίθαλψη αρρώστου («τὰς ὑπό τῶν ἰατρῶν θεραπείας τὰς διὰ τῶν καύσεών τε καὶ τομῶν γιγνομένας», Πλάτ.)
2. γιατρειά, ίαση («η θεραπεία του αρρώστου»)
νεοελλ.
1. κάθε μέσο που αποσκοπεί στην ίαση μιας νόσου («η θεραπεία θα είναι σύντομη»)
2. η θεραπευτική μέθοδος που ακολουθεί γιατρός για την καταπολέμηση μιας νόσου
3. αποκατάσταση ζημιάς, επανόρθωση («το κακό δεν επιδέχεται θεραπεία»)
4. φρ. «η θεραπεία τών γραμμάτων» — η συστηματική ενασχόληση με τα γράμματα
μσν.
ευχαρίστηση, ικανοποίηση
(μσν.-αρχ.)
1. επιμέλεια, φροντίδα, περιποίηση («παῖδας μικρούς πολλής ἔτι θεραπείας δεομένους», Λυσ.)
2. εξυπηρέτηση, εκδούλευση («ἀπό θεραπείας τοῦ τε κοινοῦ αὐτῶν καὶ τῶν ἀεὶ προεστώτων», Θουκ.)
3. (περιλπτ.) οι ακόλουθοι βασιλέως ή άρχοντος («θεραπηΐη δέ σφ' ὄπισθε ἕπεται πολλή», Ηρόδ.)
αρχ.
1. (για θεούς ή ήρωες) εκδήλωση λατρείας («θεῶν τε καὶ δαιμόνων καὶ ἡρώων θεραπεῖαι», Πλάτ.)
2. φροντίδα για την καλή διατήρηση του σώματος
3. στολισμός για καλή εμφάνισημητέρα παροῦσαν αὐτῇ ἐν ἐσθῆτι τε καὶ θεραπεία οὐ τῇ τυχούσῃ», Ξεν.)
4. (για ζώα) ανατροφή, εκπαίδευση («ἡ γάρ που ἱππικὴ ἵππων θεραπεία», Πλάτ.)
5. (για φυτά) καλλιέργεια
6. (για ναούς) συντήρηση, επισκευή
7. παρασκευή λίπους για ιατρική χρήση.

Greek Monotonic

θερᾰπεία: Ιων. -ηΐη, ἡ (θεραπεύω),
I. 1. υπηρεσία, περιποίηση· θεραπεία θεῶν, υπηρεσία προς τους θεούς, θεϊκή λατρεία, σε Πλάτ.
2. υπηρεσία προς αποκόμιση ευνοίας, περιποίηση, θεραπεία τῶν ἀεὶ προεστώτων, σε Θουκ.· ἐν πολλῇ θεραπείᾳ ἔχειν, περιποιούμαι κάποιον πολύ, στον ίδ.
II. λέγεται για πράγματα, φροντίδα, περιποίηση, ανατροφή, προστασία, τοῦ σώματος, σε Πλάτ.
2. ιατρική φροντίδα, περίθαλψη απέναντι στους αρρώστους, σε Θουκ., Πλάτ.
III. λέγεται για ζώα και φυτά, ανατροφή, καλλιέργεια, στον ίδ.·
IV.με περιληπτική σημασία, θεράποντες, υπηρέτες, ακόλουθοι, σε Ηρόδ., Ξεν.

Russian (Dvoretsky)

θερᾰπεία: ион. θεραπηΐη ἡ тж. pl.
1) религиозное служение, почитание, культ (θεῶν τε καὶ δαιμόνων καὶ ἡρώων Plat.; περὶ τοὺς θεούς Isocr.): ἀγυιάτιδες θεραπεῖαι Eur. культ Аполлона-Агиея (покровителя улиц); τὴν θεραπείαν ἀποδιδόναι τοῖς θεοῖς Arst. поклоняться богам;
2) уважение, внимание (γονέων Plat.): πᾶσαν θεραπείαν θεραπεύειν Plat. окружать глубоким почитанием; θ. τοῦ κοινοῦ Thuc. уважение к народу; ἐν πολλῇ θεραπείᾳ ἔχειν Thuc. относиться с большим уважением;
3) уход, забота, попечение (τοῦ σώματος Plat., Arst.; τῆς ψυχῆς, ἵππων Plat.): παῖδες πολλῆς ἔτι θεραπείας δεόμενοι Lys. дети, очень еще нуждающиеся в попечении;
4) уход, выращивание (τῶν καρπῶν Plat.);
5) забота, приготовление (τῶν ποπάνων καὶ ἑψημάτων Plat.): ἐν ἐσθῆτι καὶ θεραπείᾳ οὐ τῇ τυχούσῃ Xen. в необычайно пышном наряде;
6) врачебный уход, лечение (τῶν καμνόντων Plat.): αἱ περὶ τὸ σῶμα νοσημάτων πολλαὶ θεραπεῖαι Isocr. многие способы лечения телесных болезней;
7) свита, охрана (ἡ ἱππικὴ θ. Xen.): ὁ ἐπὶ τῆς θεραπείας Polyb. начальник корпуса телохранителей;
8) прислуга, слуги (καθιστάναι τινὰ ἐπὶ τῆς θεραπείας αὐτοῦ NT).

Middle Liddell

θεραπεύω
I. a waiting on, service, θ. θεῶν service done to the gods, divine worship, Plat.
2. service done to gain favour, a courting, paying court, θ. τῶν ἀεὶ προεστώτων Thuc.; ἐν πολλῇ θεραπείᾳ ἔχειν to court one's favour, Thuc.
II. of things, a fostering, tending, nurture, care, τοῦ σώματος Plat.
2. medical treatment, service done to the sick, tending, Thuc., Plat.
III. of animals or plants, a rearing or bringing up, tendance, Plat.
IV. in collective sense, a body of attendants, suite, retinue, Hdt., Xen.